αἷμα

αἷμα
Grammatical information: n.
Meaning: `blood' (Il.)
Compounds: αἱμακουρίαι `offerings of blood' to the dead (Pi.); αἱμάλωψ `mass of blood' (Hp.; s. CEG 6)
Derivatives: αἱμάσσω, -άττω `make or be bloody' (A.) with αἱμαγμός, αἱμακτός.; αἵμων (E.) (after the compounds). αἱμωδέω s.s.v.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: αἷμα replaces the old word, ἔαρ. The connection with OHG seim `virgin honey', from PIE *sei- `to drip' (Pok. 889) does not explain the Greek a-vocalism; Oehl IF 57, 27. To Skt. iṣ- `sap, drink' Sommer Lautst. 29ff. Cf. also αἰονάω, ἰχώρ. S. Szemerényi Gnomon 43 (1971) 651.
Page in Frisk: 1,39

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αίμα — το кровь; ΦΡ. αίμα του Χριστού/ Κυρίου кровь Христова / Господня: κοινωνούμε Σώμα και Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού причащаемся Плотью и Кровью Господа нашего Иисуса Христа …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αἷμα — blood neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • αίμα — το, ατος 1. το υγρό που κυκλοφορεί στα αγγεία του σώματος όλων των ζώων: Έκοψε το χέρι του κι έτρεξε λίγο αίμα. 2. το σόι που ανήκει κανείς: Αυτός έχει γαλάζιο αίμα (είναι αριστοκράτης). 3. παροιμ. φρ., «Παίρνω το αίμα πίσω», εκδικούμαι· «Mου… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αίμα — [эма] ουσ. о. кровь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αίμα δράκοντα — Ρητίνη που παράγεται από ορισμένα είδη του φυτού δράκαινα (οικογένεια λειλιιδών) και χρησιμοποιείται ως χρωστική ουσία, με χρώμα βαθύ κοκκινωπό, για παρασκευή χρωμάτων και βερνικιών. Το φυτό από το οποίο κυρίως εξάγεται αυτή η ρητίνη είναι η… …   Dictionary of Greek

  • Τὸ αἷμα ὕδωρ οὐ γένεται. — См. Кровь не вода …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ελληνικόν Αίμα — Αθηναϊκή εφημερίδα που ιδρύθηκε το 1942 και κυκλοφορούσε παράνομα. Μετά την απελευθέρωση η έκδοσή της συνεχίστηκε έως το 1947, οπότε διακόπηκε προσωρινά και επανακυκλοφόρησε έως τον Ιούνιο του 1948. Ιδρυτές της ήταν οι Λ. Πηνιάτογλου, Κ.… …   Dictionary of Greek

  • αἷμ' — αἷμα , αἷμα blood neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέτρηση — (Ιατρ.). Ποσοτική ανίχνευση διαφόρων μεγεθών στον ανθρώπινο οργανισμό. Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής: 1)μ. της αγωγιμότητας των νεύρων. Πρόκειται για μέθοδο μ. της ταχύτητας, με την οποία μεταδίδονται οι ηλεκτρικές ώσεις κατά μήκος ενός νεύρου.… …   Dictionary of Greek

  • καρδιά — Μυώδες κοίλο όργανο με τέσσερις χώρους, η λειτουργία του οποίου είναι θεμελιώδης για την κυκλοφορία του αίματος, καθώς παραλαμβάνει το αίμα από τις φλέβες και ως αντλία το τροφοδοτεί στις αρτηρίες. Η κ. του ανθρώπου βρίσκεται στο πρόσθιο μέσο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.